Κάτω από τα πελώρια πλατάνια, μέσα σε λίγα μόνο λεπτά, η αρνητικότητα και το άγχος της καθημερινότητας χάνονται.
Κάθε πρόβλημα ξεχνιέται και ο πόνος της ψυχής μοιάζει να γαληνεύει, όπως το νερό της πηγής που κυλά αθόρυβα δίπλα στο εκκλησάκι. Δύσκολα ο περαστικός θα προσπεράσει το εκκλησάκι της Αγίας χωρίς να σταματήσει, να ανάψει ένα κερί, να προσευχηθεί, να γαληνέψει κάτω από τον ίσκιο των πλατανιών.
Η ιστορία του
Η ύπαρξη αυτού του άγιου τόπου είναι στενά συνδεδεμένη με την ιστορία της ίδιας της Δωροθέας —της παλιάς «Γάβριστας»— που ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες μιας πλημμύρας.
Όταν το 1922 έφτασαν στο χωριό οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, έφεραν
μαζί τους, εκτός από τον πολιτισμό τους, και μια βαθιά, φλογερή ευλάβεια.
Κάπως έτσι, τη δεκαετία του 1920, σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων, η Αγία Παρασκευή φανερώθηκε μέσα από
ένα θείο όραμα σε μια ευσεβή γυναίκα του χωριού, η οποία μαζί με τον σύζυγό της,
βίωνε τον πόνο της ατεκνίας. Η Αγία τους οδήγησε μέχρι το σημείο όπου ανάβλυζε μια δροσερή
πηγή, αποκαλύπτοντάς τους το αγίασμα.
Αναμνήσεις
Για εμάς, το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής είναι κομμάτι της ζωής μας, των παιδικών μας χρόνων, των ανθρώπων που μας μεγάλωσαν.
Κάθε καλοκαίρι, όταν πλησίαζε η γιορτή της Αγίας Παρασκευής, το σπίτι μας γέμιζε προσμονή.
Η μητέρα και η γιαγιά ζύμωναν τα πρόσφορα με ευλάβεια, φρόντιζαν τα καλά
μας ρούχα και μας έντυναν με εκείνη τη χαρά που είχαν οι παλιές γυναίκες όταν
ετοίμαζαν τα παιδιά τους για μια μεγάλη μέρα.
Το απόγευμα πια, ξεκινούσαμε όλοι μαζί, μεγάλοι και παιδιά, ντυμένοι με
τα γιορτινά μας, από τον παλιό χωματόδρομο περνώντας την ξύλινη γέφυρα για την αρτοκλασία. Ο δρόμος καταπράσινος και γεμάτος κόσμο. Καθώς περπατούσαμε, οι μυρωδιές από τα ώριμα ροδάκινα, τα πιπέρια, τους
ηλιόσπορους, το φρεσκοκομμένο τριφύλλι και τις μουριές γέμιζαν τον αέρα, ενώ ο ήλιος
που έγερνε στη δύση του έντυνε το τοπίο με ένα ζεστό, χρυσαφένιο φως.
Έτσι μάθαμε τι σημαίνει ρίζα, πίστη και σεβασμός στην παράδοση. Μάθαμε, χωρίς
τότε να το καταλαβαίνουμε, πως γινόμασταν κι εμείς μέρος μιας παράδοσης που
περνούσε από γενιά σε γενιά.
Θυμάμαι τον πολύ κόσμο να έχει πλημμυρίσει το εκκλησάκι και τον προαύλιο χώρο. Γυναίκες με τα πανέρια με τα πεντάρτος να περιμένουν υπομονετικά την ευλογία του παπά.
Το εκκλησάκι τότε ήταν παλιό, με διαφορετικό προσανατολισμό, καπνισμένο από τα χρόνια, με τα
κεριά αναμμένα να τρεμοπαίζουν στο λιγοστό φως, κι εμείς να περιμένουμε τη
σειρά μας για να μπούμε μέσα, νιώθοντας πως συμμετείχαμε σε κάτι σπουδαίο.
Κάποτε, έλεγε η γιαγιά μου, οι άνθρωποι ξενυχτούσαν στο προαύλιο σε μια
ξεχωριστή αγρυπνία. Αυτό δεν το έζησα, μα η αφήγησή της το έκανε να μοιάζει σαν
να το είχα δει.
Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκαναν τα ρούχα και τα μικρά αντικείμενα που ήταν
κρεμασμένα στο πλατάνι δίπλα στο Αγίασμα. Όταν ρώτησα για το παράξενο αυτό
θέαμα, μου απάντησαν πως ήταν ρούχα και προσωπικά αντικείμενα ασθενών που τα
άφηναν εκεί με την ελπίδα η Αγία να τους χαρίσει υγεία και ανακούφιση.
Ίσως αυτά τα σημάδια να ήταν η πιο σιωπηλή μορφή προσευχής. Άνθρωποι απλοί, με πόνο και ελπίδα, άφηναν ένα κομμάτι από τη ζωή τους κοντά στην Αγία, περιμένοντας ένα θαύμα.
Ίσως τελικά το μεγαλύτερο θαύμα να είναι η ίδια η πίστη, που δίνει στους ανθρώπους τη δύναμη να συνεχίζουν.
Σήμερα, η Αγία Παρασκευή της Δωροθέας εξακολουθεί να αποτελεί τόπο προσευχής, παρηγοριάς και ελπίδας για όλους εμάς. Είναι οι μνήμες των ανθρώπων μας, τα καλοκαίρια της παιδικής μας ηλικίας και ένας τόπος που μας θυμίζει πως οι ρίζες δεν χάνονται, όσο μακριά κι αν μας οδηγήσει η ζωή. Γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 26 Ιουλίου.
©Aridaiaplace



